Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

" Μυρτώ "


Την έλεγαν Δέσποινα.

΄Ηταν κοντούλα και λεπτοκαμωμένη.

Στα μαλλιά της ξάπλωνε η νύχτα κι είχε μια ελιά ψηλά στο μάγουλο που θύμιζε την Τζένη

Καρέζη. Μαζί της μοιράστηκα το θρανίο, το παιχνίδι και τα παιδιάστικα μυστικά μου.

Το σπίτι της, λίγο πιο πέρα απ΄το δικό μου.

Με μια ματιά, έβλεπες τη φτώχεια που στέγαζε.

Ο πατέρας της μεροκαματιάρης κι η μάνα  στο σπίτι, να φροντίζει εκείνη, τον μικρούλη

αδερφό της, και την ανήμπορη γιαγιά.


Πολλά απογεύματα, περνούσα στο δωμάτιο της Δέσποινας.

Τρία ντιβάνια, μια σόμπα, ένα ξύλινο τραπέζι, δυο καρέκλες και μια μεγάλη κουρελού στο

πάτωμα. Στους λευκούς τοίχους, μια εικόνα της Παναγιάς της βρεφοκρατούσας, ένα

κεντημένο κάδρο που είχε ένα κορίτσι με τα χέρια σε στάση προσευχής κι ένας πίνακας

με δυο κυνηγούς που κρατούσαν τα όπλα κι είχαν δίπλα τα σκυλιά τους.

Καθόμασταν στο ντιβάνι της και βολεύαμε πίσω απ΄την πλάτη κάτι πλεχτές μαξιλάρες από

χοντρό μαλλί που είχαν όλα τα χρώματα της γης.

΄Ολα τα απομεινάρια από μαλλί, η μάνα της τα΄φτιαχνε μαξιλάρες.

Εκεί παίζαμε συνήθως τις "νοικοκυρές".

Απλώναμε τα πλαστικά σερβίτσια και μαγειρεύαμε πάντα μεγαλοπρεπή Κυριακάτικα

γεύματα. Φτιάχναμε τις πιο νόστιμες τούρτες, κερνούσαμε η μία την άλλη και στο τέλος

πίναμε καφέ για τη χώνεψη. ΄Οταν η γιαγιά στο αντικρυστό ντιβάνι το΄ριχνε στον ύπνο

βρίσκαμε την ευκαιρία και γυρνούσαμε το φλυτζάνι!

Με πνιχτά γελάκια και σπουδαίες αποκαλύψεις απ΄τα δήθεν κατακάθια του καφέ

ολοκληρώνονταν  το παιχνίδι μας. Στην καληνύχτα δίναμε ραντεβού για την επομένη...

"Καληνύχτα Τζένη" της έλεγα πότε-πότε κι εκείνη κολακεύονταν, κοκκίνιζε ως τα αυτιά

και κρυφοχαμογελούσε.


Στο σχολειό αχώριστες.

Μαζί στο θρανίο, μαζί στα διαλείμματα, στον εκκλησιασμό και τις εκδρομές.

Μοιραζόμασταν αγωνίες κι όνειρα.

Μοιραζόμασταν γέλια και χαρές.


Την ημέρα που μου εκμυστηρεύτηκε πως οι γονείς της αποφάσισαν να γυρίσουν στο

χωριό, δεν πρόκειται να την ξεχάσω. Οι λυγμοί τράνταζαν το κορμάκι της όταν μου

έλεγε πως, "Δύσκολα τα βγάζουν πέρα'".."Δεν τους σηκώνει η πόλη"..λόγια που είχε

συγκρατήσει από τις κουβέντες τους...και πως μέχρι να τελειώσει η σχολική χρονιά, θα

φιλοξενούνταν από ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα για να μπορέσει να βγάλει την τάξη και να

πάρει το απολυτήριο του Δημοτικού.



Δεν έβρισκα λέξεις για να την παρηγορήσω.

 Ήταν λίγες οι λέξεις που γνώριζα στα 11. Δεν έφταναν!

΄Εκλαιγα μαζί της και την αγκάλιαζα σφιχτά.  Μόνο έκλαιγα.

Κι εκείνη, είχε χωθεί στην αγκαλιά μου κι έκλαιγε. ΄Εκλαιγε και μ΄ αγκάλιαζε σφιχτά.


Οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολες.

Η Δέσποινα ήταν αγέλαστη κι ανόρεχτη. Την έβλεπα να μικραίνει, να γίνεται σκιά

του εαυτού της κι ήταν σαν να είχε φύγει η νύχτα απ΄τα μαλλιά κι είχε ξαπλώσει στην

ψυχή της. Όποια προσπάθεια κι αν έκανα δεν είχε αποτέλεσμα.

Μια μέρα τη ρώτησα αν επιτρέπεται να την επισκεφτώ,μου έγνεψε θετικά, μα πάλι

θλιμμένα. Της υποσχέθηκα πως θα πήγαινα απόγευμα  του Σαββάτου.


-Θέλω να της πάρω ένα δώρο, είπα στη μάνα μου.

-Τι να της πάρεις? Τι σκέφτεσαι?

-Δεν ξέρω...κάτι να χαρεί.

Η μάνα μου γύρισε από τα ψώνια κι είχε φροντίσει ν΄αγοράσει μια κολώνια " Μυρτώ".

Είχε λουλουδάτο  χάρτινο περιτύλιγμα και μια σγουρή λευκή κορδέλα.

Χάρηκα πολύ κι ήμουν σίγουρη πως θα χαρεί κι η Δέσποινα.



Σάββατο απόγευμα και χτυπούσα το κουδούνι της σιδερένιας πόρτας του ιδρύματος.

Μια κυρία με υποδέχτηκε και αφού της εξήγησα, με οδήγησε στον θάλαμο που βρίσκονταν

η φίλη μου. Μια μακρόστενη αίθουσα με 8 όμοια κρεβάτια στη σειρά.

 Όλα στρωμένα με καφέ μάλλινες κουβέρτες και μικρές εικονίτσες στο προσκέφαλο.

Θυμάμαι πως οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με λαδομπογιά.

 Ένα  ανοιχτό γκρί, ήταν το χρώμα τους.

 Ένα σχεδόν λερωμένο λευκό, δηλαδή.

 Ένα αδιάφορο χρώμα, ουσιαστικά.

Ούτε μια πολύχρωμη μαξιλάρα δεν υπήρχε στο χώρο,να δώσει λίγη χαρά...


Η κυρία που με συνόδευσε έφυγε, κάθισα δίπλα στην Δέσποινα και της πρόσφερα το

δώρο μου.  Το ξετύλιγε προσεκτικά κι όταν κατάλαβε πως ήταν κολώνια έντρομη

με κοίταξε και μου είπε :

" Όχι! ΄Οχι! Απαγορεύεται! Δεν μας επιτρέπουν να έχουμε κολώνιες!"

Πόσο ντράπηκα...


Θυμάμαι πως εκείνο το απόγευμα δεν κυλούσε με παιχνίδια και πειράγματα όπως είχαμε

συνηθίσει. Μια παγωμάρα υπήρχε στην αίθουσα.

Μια ανοιχτόχρωμη γκρι παγωμάρα.

" Δεν μου αρέσει εδώ. Δεν αντέχω." μου είπε κι όλο έκλαιγε...


Γύρισα σπίτι κουβαλώντας ένα λυγμό στο λαιμό. Τα έβαλα με τη μάνα μου...

"Δεν επιτρέπονται οι κολώνιες! Θα΄πρεπε να το ξέρεις!"

" Που να το ξέρω, βρε κορίτσι μου..."

Έτρεξα στο κρεβάτι μου κι απελευθέρωσα το λυγμό που μου στερούσε το οξυγόνο...


Η Δέσποινα δεν πήρε το απολυτήριο του Δημοτικού.

Είχε διακόψει πολύ πριν, το σχολείο.

Από τις κουβέντες των μεγάλων άκουσα πως την πήραν πίσω στο χωριό.

Δεν άντεχε, αρρώστησε, μισή είχε μείνει...

Δεν έμαθα τίποτα άλλο.

 Έχασα τη συμμαθήτρια, τη φίλη, τη γειτόνισσα  και μου στοίχισε πολύ.


Την ιστορία με την παιδική μου φίλη την θυμήθηκα προχθές, όταν είδα στο ράφι του

Super-market να φιγουράρει η "Μυρτώ", σε νέα συσκευασία.

Στάθηκα ένα λεπτό και χάθηκα στις σκέψεις.


Είναι κάτι μνήμες που ξεπηδούν, ενώ ποζάρουν σ΄ ένα ράφι του Super-market.

Eίναι κάτι μνήμες που μοσχοβολούν λεμόνι, έχουν τη νύχτα στα μαλλιά και μια ελιά ψηλά

στο μάγουλο που θυμίζει την Τζένη Καρέζη.







                                                         
                            *Δέσποινα, αν είσαι κάπου εκεί έξω, θέλω να είσαι καλά!





                                                                                                                "Αννιώ"




Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Σαν αστραπή...


"...Φεγγάρια μου παλιά, καινούρια μου πουλιά

    διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ΄το βουνό

    για να με δείτε να περνώ, σαν αστραπή στον ουρανό.."

Η μελωδία του έχει ριζώσει μέσα μου κι οι στίχοι του σκαλώνουν στη γλώσσα μου

διαρκώς. Το παθαίνω αυτό κατά καιρούς με διάφορα τραγούδια, άγνωστο γιατί.


Απέχω από τον ψηφιακό κόσμο τελευταία και σίγουρα θα μου έχεις βάλει απουσία.

Με το δίκιο σου!

Κι όταν περνάει έτσι ο καιρός, συσσωρεύονται τόσα που θέλω να σου πω και δεν ξέρω

από που ν΄αρχίσω και που να καταλήξω. Δεν είναι λίγες οι φορές που όλο αυτό

λειτουργεί ανασταλτικά και δεν παίρνω  την  απόφαση να καθίσω μπροστά στο

πληκτρολόγιο. Σήμερα είπα να κάνω μια προσπάθεια κι ότι βγει...


Πέρασαν πολλές μέρες από τότε που έχω να σ΄ ανταμώσω.

Κάποιες ήταν μέρες αγωνίας, φόβου και σκοτεινών σκέψεων αλλά υπήρξαν κι άλλες,

που είχαν πάρει από το χέρι τη χαρά κι έβγαιναν για σεργιάνι.

Σ΄ αυτές, τις φωτεινές μέρες θα σταθώ. Αυτές αξίζει να μοιραστώ και να θυμάμαι...


Θα σου πω για μια Τετάρτη.

Τελευταία μέρα στο σχολειό και το καλοκαίρι είχε κατοικήσει στο βλέμμα των παιδιών.

Η κόρη μου κρατούσε το ενδεικτικό της Ε' με περηφάνια κι αφού προμηθεύτηκε με

τα απαραίτητα, έτρεξε στο πάρκο να συναντήσει τους συμμαθητές της για το μπουγέλο

της χρονιάς. Μια Τετάρτη, που έμεινα πίσω στο σπίτι κι άκουγα από την ανοιχτή

μπαλκονόπορτα τις φωνές, τον ενθουσιασμό και  τις τσιρίδες χαράς, όση ώρα γίνονταν

μούσκεμα... Εκείνη ακριβώς τη μέρα, ψήλωσα 2 μέτρα όταν η δασκάλα της ανακοίνωσε

πως θα είναι υποψήφια για τη σημαία την επόμενη χρονιά!

Κι ενώ εκείνη έτρεχε και γίνονταν μουσκίδι, η συγκίνηση είχε ποτίσει κάθε μου κύτταρο

κι είχε ρίξει ένα υγρό παραπέτασμα στα μάτια μου...

Ξεχωριστή Τετάρτη... Υγρή.  Μεθυσμένη από  χαρά και περηφάνια...



Θα σταθώ σε μια Παρασκευή που η ώρα δεν έλεγε να περάσει και να΄ρθει το απόγευμα.

Ανυπομονούσα να ξαναδώ τον πατέρα μου όρθιο κι όχι καθηλωμένο στο κρεβάτι του

νοσοκομείου με  σακουλάκια και σωληνάκια στο  σώμα του. Όρθιο.

Κι ήρθε το απόγευμα... Κι εκείνος ήταν όρθιος..

...κι είχε γύρω όλα του τα εγγόνια... κι είχε φύγει το μεγάλο σύννεφο από τα μάτια του.

Κι απ΄τα δικά μου...

Λυτρωτική Παρασκευή, που είχε τυλίξει μ΄ένα σάλι ανακούφισης τους ώμους.



Θα σου μιλήσω για μια κίτρινη Δευτέρα.

Κίτρινη σαν το χρώμα του εκσκαφέα που κατεδάφιζε το παράσπιτο, δίπλα από το

σπίτι μας. Το θερμόμετρο κοντά στους 33, η σκόνη και το χώμα έκαναν την ατμόσφαιρα

αποπνικτική. Πουλιά κι έντομα πετούσαν μακρυά από την τρομάρα τους. Όσο μεσημέριαζε

 κι ο ήλιος θαρρείς πως έλιωνε από την ίδια του τη ζέστη, η ανησυχία μου μεγάλωνε

για τις γατούλες που φροντίζουμε.

΄Ημουν σίγουρη  πως εκεί, είχαν γεννήσει τα μικρά τους.

Τις έβλεπα μέσα από το τζάμι να παρακολουθούν σαστισμένες το πελώριο μηχάνημα

που γκρέμιζε και μούγκριζε σαν θηρίο. Ανήμπορη, βούλιαζα στην αγωνία..

Το ίδιο απόγευμα αντικρίσαμε αυτό το θέαμα!





Τα είχαν καταφέρει!

Αυτά τα πανέξυπνα πλάσματα είχαν σώσει τα μωρά τους!

Απερίγραπτη η χαρά μας...

Δέκα ψιψικούνια  και οι μανούλες τους ένιωσαν ασφάλεια και φώλιασαν σε μια

παλέτα που βρίσκεται στον ακάλυπτο, ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι μας!

Η μικρή ανέλαβε υπηρεσίες παροχής τροφής και νερού κι όλοι οι ένοικοι

καλοδέχτηκαν τα γατάκια.

Τελικά εκείνη η κατακίτρινη Δευτέρα, έσταξε γλύκα μέσα μας...



Πέρασαν κι άλλες μέρες κι άλλες νύχτες...

Μερικές ήταν σχεδόν σιωπηλές κι έμοιαζαν να επαναλαμβάνονται.

΄Αλλες πάλι πιο ενδιαφέρουσες όπως εκείνη η Τρίτη που καθίσαμε στη

λουλουδιασμένη βεράντα μας παρέα με τον Κανέλλο, νωρίς το απόγευμα και πήγαμε

για ύπνο περασμένες μία..

Κουβεντολόι, παλιές θύμησες, ατέλειωτες ερωτήσεις της μικρής κι ο χρόνος ήταν

σαν να γλίστρησε στα νερά δίπλα από τη γλάστρα του βασιλικού...

Με κάθε λέξη, κάθε μοίρασμα, κάθε όνειρο, κάθε αγωνία, με κάθε ευχή, βύζαινε η

σχέση μας,ενώ η νύχτα κεντούσε και μας σκέπαζε με το δροσερό της σεντόνι...






Κι ήρθαν και κάποιες νύχτες που κατάφερα να αποκτήσουμε τα μαγικά χαρτάκια!

Εισιτήρια για θεάματα ξεχωριστά!

΄Ενας αγώνας με την Εθνική Βόλεϊ και την Κινεζική Τάι Πέι...

Σε μια κερκίδα με πάθος και παλμό!




Μια ξεκαρδιστική μουσική κωμωδία με την υπογραφή της Ρουγγέρη  στο θερινό θεατράκι..



Και τέλος μια συγκινητική ιστορία αγάπης από τα κρατικά μπαλέτα της Μόσχας και την

μουσική του Τσαϊκόφσκι. Μαγεία!





Ίσως να βαρέθηκες με τόσα που σου είπα...

Ήταν να μην το πάρω απόφαση να στρωθώ να κάνω ανάρτηση, μ΄έπιασε φλυαρία.

Μη φύγεις ακόμη...

Για το τέλος σου΄χω φυλάξει μια Κυριακή.

Μια Κυριακή που΄ χει στιγμές από παραμύθι. Δεν υπερβάλλω...

Δεν είναι και τόσο κοινό το θέαμα που θ΄αντικρίσεις.

Δεν βλέπεις καθημερινά ζαρκάδια και παιδιά δίπλα-δίπλα...






Σε μια μεγάλη καταπράσινη έκταση που βρίσκεται η Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος

στο χωριό ΄Αγιος Δημήτριος Κοζάνης, άνθρωποι και ζαρκάδια κάνουν παρέα!





Τα ζαρκάδια κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους δίχως να φοβούνται.

Μπορείς να τα ταϊσεις και να τα αγγίξεις.






Φιλικά, ήσυχα, πανέμορφα πλάσματα...

 Έφαγαν μέσα από το χέρι μας φέτες ψωμί και κόψαμε τα ψηλά φύλλα που εκείνα δεν

φτάνουν από τα γύρω δέντρα... Δώσαμε υπόσχεση να τα επισκεφτούμε ξανά!

Παραμυθένια Κυριακή! Αξέχαστη σε μικρούς και μεγάλους!








Όση ώρα σου εξιστορώ κάποιες από τις μέρες μας, μέσα μου δεν έχει πάψει η μελωδία

από το "Αστέρι του Βοριά"...

Σκέφτηκα να σου το αφιερώσω κι όπως λέει ο στίχος του "σαν αστραπή στον ουρανό" ,

(γιατί κάπως έτσι πέρασα από εδώ μετά από τόσο καιρό) πάλι έτσι να φύγω

σαν αστραπή...

Μην ξεχνάς να σε προσέχεις και να ζεις το καλοκαίρι  με όλες σου τις αισθήσεις!




                                                                                                         Φιλιά
                                                                                                        "Αννιώ"






Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

ΠΡΩΙΝΟ


Ανοίγω τα μάτια, σηκώνομαι νωχελικά και κατευθύνομαι στο μπάνιο για τα απαραίτητα.

Πάλι στραβοζούληξε την οδοντόπαστα  η μικρή. Τελειώνει το σωληνάριο, να μην ξεχάσω

 να το προσθέσω στη λίστα με τα ψώνια.

Ρίχνω μια νυσταγμένη ματιά στο ρολόι. ΄Εξι παρά είκοσι.


Τα πόδια μου τραβούν για το κουζινάκι.

Σε κάθε βήμα, ο Κανέλλος δίπλα μου με την ουρά όρθια σαν κεραία, με ακολουθεί.

Το μυαλό ακόμη νυστάζει και οι κινήσεις γίνονται  σχεδόν ακούσια, σαν να μην

υπάρχουν εντολές. Αυτόματα ανοίγω το ντουλάπι, γεμίζω με νερό το μπρίκι και κατεβάζω

τα βάζα της ζάχαρης και του καφέ. Μία γεμάτη καφέ και δύο κοφτές ζάχαρη.

Αφήνω το νερό να ζεσταθεί και πηγαίνω στην πόρτα της.


Κοιμάται βαθιά. Στο πρόσωπό της, η γαλήνια έκφραση του ύπνου, ανάσα ατάραχη και

σκεπάσματα μαζεμένα στη γωνία.

Την σκεπάζω, κάτι μουρμουρίζει σαν να μου λέει σ΄αγαπώ,αλλάζει πλευρό.

Φεύγω νυχοπατώντας, μ΄ακολουθεί ο Κανέλλος.


Γυρίζω στο κουζινάκι κι ανακατεύω το μίγμα  στην κούπα μου αθόρυβα.

Προσθέτω το νερό ενώ ο Κανέλλος έχει ξαπλώσει στα πόδια μου και  κάνει νάζια

γουργουρίζοντας. ΄Ελα! του ψιθυρίζω και τρέχει πρώτος στο πιάτο του.

Του βάζω τροφή και με λαχτάρα γυρίζω στην  αχνιστή κούπα μου.


Τ΄ αρώματα του καφέ με αγκαλιάζουν, καταπίνω μια - δυο γουλιές με ευλάβεια και τραβώ

την κουρτίνα για να βλέπω έξω. Σχεδόν σκοτάδι ακόμη.

Τα φώτα στους δρόμους δεν έχουν κλείσει.

Ο ουρανός βαμμένος μ΄ ένα σκοτεινό γαλάζιο.

΄Ενα αηδόνι τραγουδά.


Στρίβω το πρώτο τσιγάρο και οι σκέψεις στο κεφάλι μου, μπερδεύονται με τις εικόνες

από το τελευταίο όνειρο.


*Να μην ξεχάσω να γράψω την οδοντόκρεμα.


*Μα πως στο καλό ήρθε ο Σάκης στον ύπνο μου? ΄Εχω να τον δω, τόσα χρόνια...

Και πως είναι δυνατόν να ήταν μαζί με την κυρία Κούλα, τη φίλη της μαμάς μου?

 Ήμουνα λέει κρυωμένη και μου βάζανε βεντούζες... Κοίτα να δεις παραστάσεις  και

σκηνικά που στήνει το μυαλό...


*Να βγάλω 4 αβγά από το ψυγείο.

 Θα φτιάξω κέικ αργότερα, να΄ χει να παίρνει στο σχολείο.


*Τι να έγινε χθες με το νομοσχέδιο? Πέρασε?



Ο καφές στη μέση της κούπας και τα φώτα της πόλης έχουν κλείσει.

΄Ενα γαλακτερό φως στον ουρανό και τα πρώτα φτερουγίσματα είναι από χελιδόνια.

Σε λίγο θα πιάσουν τη φλυαρία τα σπουργίτια και θα΄ρθουν στα κλαδιά της μηλιάς.

Είναι η ώρα τους. ΄Εχουν μάθει, πως τους φυλάω ψιχουλάκια.

Μια φέτα από το χθεσινό ψωμί τρίβεται στα δάχτυλά μου και φιλεύω  τα πουλιά.

Χαζεύω τις κάθετες πτήσεις τους.

Αρπάζουν τις μπουκίτσες και απομακρύνονται για να φάνε.

΄Επειτα επιστρέφουν στη μηλιά, με κοιτούν κατάματα και τιτιβίζουν δυνατά.

Κι είναι σαν, να μου φωνάζουν σ΄ αγαπώ.


Στρίβω δεύτερο τσιγάρο.

Σαν να ξύπνησε το μυαλό κι οι σκέψεις έρχονται με ραγδαίους ρυθμούς.

Τώρα  είναι κοφτές. ΄Εχουν τελείες. Μερικές φορές σκληρές.

Το "φάγανε λάχανο" το ανερμήνευτο όνειρο, οι απόλυτα προσγειωμένες σκέψεις...


Κοιτάζω το ρολόι. ΄Εξι και τέταρτο.

Μια στερνή γουλιά στην κούπα μου, απολαυστική όσο κι η πρώτη.

Ο Κανέλλος έχει επιστρέψει από το γεύμα και παίρνει το μπάνιο του.

Γλύφει μ΄επιμονή τα μπροστινά ποδαράκια του και καθαρίζει μουσούδα, μάτια κι αυτιά.

 ΄Επειτα με κοιτάζει, βλεφαρίζει και νιαουρίζει...σαν να μου λέει σ΄ αγαπώ.

Τον χαϊδεύω, του λέω γλυκόλογα και του δίνω ένα φτερό να παίξει.

Θα προτιμούσε μια ξύλινη χάντρα που έχει πιο πολύ πλάκα, αλλά τέτοια ώρα μόνο φτερό

μπορεί να έχει.


Βάζω την κούπα μου στην άκρη και σηκώνομαι.

Από κάπου πρέπει να ξεκινήσω...Να τελειώνουν οι δουλειές..

Σημειώνω στη λίστα την οδοντόπαστα.

Μπουκώνω το πλυντήριο με σκούρα.

Βγάζω τ΄ αβγά από το ψυγείο.

Τινάζω και μαζεύω τα σκεπάσματα.

Ξεχωρίζω το χαρτί και το πλαστικό για την ανακύκλωση. Γέμισε πλαστικό η ζωή μας...

Ανοίγω τον υπολογιστή.

Πρέπει να δω τι χαρτομάνι πρέπει να μαζέψω στ΄ όνομα του ΟΑΕΔ για να μου βγάλει

κάρτα ανεργίας.


΄Εξω η μέρα, φώτισε..

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, χαϊδεύουν τα μάγουλα της κερασιάς.

Τα πουλιά ξεσηκώνουν με τις φωνές τους και στο βάθος ακούγονται οι πρώτοι ήχοι της

πόλης που ακόμη χασμουριέται.

Στον ουρανό τα σύννεφα παίζουν κυνηγητό.

 Ίσως βρέξει αργότερα... Να προλάβω, ν΄απλώσω τα ρούχα.

Βλέπω γύρω μου, όλα τα πράσινα της γης και στα ρουθούνια μου φτάνουν αρώματα από

αγριολούλουδα και νοτισμένο χώμα.

Γεμίζω τα πνευμόνια με μια γερή δόση από το φρέσκο αέρα...



Καλημέρα κόσμε! Κι εγώ, σ΄ αγαπώ...
   




                                                                                                     




                                                                                                                           "Αννιώ"







Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Χρόνια Πολλά!







Εύχομαι του χρόνου, που πάλι θα γιορτάζουμε την Ανάστασή Του, 

να είμαστε όλοι λίγο πιο γελαστοί  και περισσότερο ελεύθεροι...

Εύχομαι η ψυχή μας, που καθημερινά μαυρίζει από αγωνίες και  σκοτεινές σκέψεις,

 να΄ χει φυλάξει ένα ξέφωτο από το Φως Του και να μας δίνει ελπίδα.




                                                  Χριστός Ανέστη!

                                                Χρόνια Πολλά σε όλους!







                                                                                                                           "Αννιώ"




Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Μπερδεμένες μέρες


Το στερνοπαίδι του χειμώνα , ο Φλεβάρης, φλέβισε κατά το δοκούν.

Ξημέρωνε με ήλιους, βράδιαζε με βροχές...

Πότε να χαίρεσαι για τις γοργοφτέρουγες μυγδαλιές κι άλλοτε να λυπάσαι για τα

σκορπισμένα ανθάκια τους. Μπερδεμένες μέρες.

΄Ετσι ήταν, ο Φλεβάρης μέσα μου. Μπερδεμένος. Κουβάρι.


Το θανατικό να ρέει άφθονα από τις οθόνες κι εγώ να παίρνω αγκαλιά τη λύπη και

να μαζεύομαι,....να μαζεύομαι,  ώσπου να γίνομαι κι εγώ, ένα κουβάρι λύπης..

Βελβεντό, Σιάτιστα, Χαλκιδική...

Οργή, Βία και Θάνατος γύρω μας.

Σε ποιο απύθμενο πηγάδι, κρύβεται τόσος θυμός?

Με πόση ευκολία ένας άνθρωπος γίνεται κτήνος? Μου λες?


Οι δημοσιογράφοι, ξερογλείφονταν.

Μετέδιδαν τα νέα προσπαθώντας να βρουν τον υπερθετικό βαθμό της λέξης "Τραγωδία".

Απέδιδαν τα μέγιστα στην περιγραφή τους έτσι ώστε ν΄ αφεθείς, να γίνεις έρμαιο του

ματωμένου ρεπορτάζ. Να παραλύσεις.

Στο επόμενο δελτίο, αφού τα νούμερα έδειχναν πως το "θέμα πουλάει", φορούσαν στις

εικόνες την κατάλληλη μουσική και πρόσθεταν ΚΕΦΑΛΑΙΑ γράμματα στους τίτλους.

Υποψήφια για Όσκαρ, τα ρεπορτάζ από τον τόπο του εγκλήματος!

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥ- ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ ΤΗΛΕΘΕΑΣΗΣ ΜΟΥ!

Σεβασμός μηδέν  στις οικογένειες, τους φίλους, τους γείτονες, τους συμπολίτες...

΄Ολους τους συνέθλιψε, η μανία των media!


Θύμωσα...

Θύμωσα με όλο το δημοσιογραφικό σινάφι  που ξεδιάντροπα σήκωνε και τις πέτρες,

για να  έχει το "αποκλειστικό"!

΄Ενα ολοήμερο αστυνομικό δελτίο στους δέκτες μας, με δικηγόρους, εγκληματολόγους,

 ντετέκτιβ και ειδικούς αναλυτές...

Εξοργίστηκα με όλους αυτούς, που κοντόφθαλμα ξεδίπλωναν τις αναλύσεις τους,

 χωρίς να διακρίνουν την ουσία.

Χωρίς να βλέπουν πως,  ζωές αναποδογύρισαν και παιδιά μείναν ορφανά!


Κι έξω η άνοιξη να τιτιβίζει και να χτυπάει με το ράμφος της το τζάμι μου, μα που 

διάθεση να πάω να τη βρω... 

Γι΄ αυτό έλειψα τόσον καιρό από εδώ. Τι να σου δείξω? Τι να σου πω?

Με αλυσόδεσε η επικαιρότητα. Με γράπωσε η θλίψη. 


Μόλις πιάστηκαν οι ένοχοι κι "έπεσαν οι πωλήσεις του προϊόντος", οι κάμερες στράφηκαν

στους πρόσφυγες. Εκεί, θα έβρισκαν νέες "Τραγωδίες" να περιγράψουν...

Εκεί, θα είχαν σπαρταριστό, φρέσκο υλικό, να παραγεμίσουν τα δελτία τους.

Το κακό είναι, πως σ΄ αυτό το παιχνίδι μπήκαν κι οι πολίτες χωρίς τη δημοσιογραφική

ιδιότητα, που δίνει ΩΣ ΕΝΑ ΒΑΘΜΟ, άλλοθι στους παραπάνω...

Νέος αγώνας δρόμου με την ψηφιακή, το tablet, το κινητό ή ότι του βρίσκεται καθενός

στο χέρι, για να αποτυπώσει, τα δακρυσμένα μάτια της μάνας, την λιποθυμία της νεαρής,

τον πιτσιρίκο που περπατάει μόνος του στην Εθνική και φυσικά, σε κοντινά πλάνα,

τα χέρια, τα παπούτσια, τις μαντήλες...

Κι έπειτα, γρήγορα- γρήγορα, να προλάβουν, να δημοσιεύσουν, να πρωτοδείξουν

τα κατορθώματά τους, τα δυστυχισμένα "κλικ" τους, να αλλιεύσουν  likes, να γεμίσουν

τους τοίχους του Facebook  με ψηφιακή φιλευσπλαχνία, με δακρύβρεχτα σχόλια...



Ντρέπομαι... 

Πόσο περήφανος μπορεί να νιώθει κάποιος, που φορτώνει την μνήμη της κάμερας 

με δυστυχία?



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΗΣΥΧΟΥΣ!  ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ!

΄Ολοι αυτοί οι άνθρωποι ξέφυγαν απ΄τις σφαίρες και τώρα εσείς τους πυροβολείται με τα

δικά σας βόλια! Τα άσφαιρα, δυστυχισμένα  "κλικ" σας!

Αν μπορείτε να τους βοηθήσετε με οποιονδήποτε τρόπο, κάντε το.

Δεν είναι απαραίτητο κάθε φορά που θα προσφέρετε κάτι, να βγάζετε selfies!

ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ Η ΣΥΜΠΟΝΟΙΑ!!



Κάθε φορά που πάω στη Λευκόβρυση, στους δικούς μας φιλοξενούμενους πρόσφυγες,

είμαι όσο διακριτική γίνεται. Μπαίνω στον χώρο, παραδίδω στους εθελοντές και φεύγω.

Θεωρώ πως θα τους προσβάλλω, αν καθίσω έστω για λίγο και παρατηρήσω γύρω μου.

Είναι συνάνθρωποί μας, δεν είναι παράσταση για το φιλοθεάμων κοινό!


Το κέντρο υποδοχής εδώ, στήθηκε μέσα σε  λίγες ώρες, από τη στιγμή που έγινε γνωστό

πως 30 παιδιά κοιμούνταν έξω στο κρύο, 25 χιλιόμετρα μακρυά από την πόλη.

Δεν χρειάστηκαν συμβούλια, διαβουλεύσεις, και παζάρια!

Ο Δήμος, η Περιφέρεια κι όλες οι Τοπικές Αρχές, έδρασαν άμεσα κι αξίζουν πολλά

μπράβο! Σε ελάχιστο χρόνο βρέθηκε ο χώρος, στήθηκε φαρμακείο, ιατρείο και δεκάδες

εθελοντές  έσπευσαν να βοηθήσουν.

Το ίδιο βράδυ, πήγαμε στο χώρο εκατοντάδες ανώνυμοι πολίτες και προσφέραμε ότι

μπορούσαμε.  Έτσι απλά! Απλά κι Ανθρώπινα!

Από την επόμενη μέρα, τα πράγματα οργανώθηκαν και δημοσιεύονταν λίστες για όλες

τις ανάγκες.

΄Ισως για όλα αυτά, να βγήκε το σύνθημα, "Κάντο όπως οι Κοζανίτες!"

Όλα έγιναν ταχύτατα,κι  αθόρυβα. Δίχως press conference και φανφάρες...

Πολλά πράγματα γύρω μας είναι απλά, αλλά έχουμε τη συνήθεια να τα κάνουμε

πολύπλοκα...

Υπάρχουν λύσεις  κι είναι εύκολες, αλλά τις κάνουμε δύσκολες..  (Ακούς Ευρώπη?)



Όταν άνοιξα το παράθυρο το πρωί μια ευωδιά από ανθισμένα ζουμπούλια, έφτασε στα 

ρουθούνια μου... 

Με καλεί η άνοιξη αλλά δεν θα πάω στο ραντεβού.

 Έχω ετοιμάσει μια λίστα με ψώνια και πρέπει να φροντίσω για την αγορά τους.

Αυγά, baking powder,  κακάο, αλεύρι και ταψάκια μιας χρήσεως.

Θα ψήσω κέικ αύριο και θα τα πάω στην Λευκόβρυση. 

Προχθές τους έφτιαξα τεμπελόπιτες κι όταν παρέδιδα στους εθελοντές, 

ένας πιτσιρίκος με είδε να τα κουβαλώ και μη γνωρίζοντας τι έχω μέσα στην κούτα, 

με πλησίασε και μου είπε... 

"Chips, please..." 

Να μην ξεχάσω, στη λίστα μου να προσθέσω chips...







                                                                                  H άνοιξη μπορεί να περιμένει...

                                                                                                "Αννιώ"



**Δεν πιστεύω, να περίμενες φωτογραφίες ...


**Καλό μήνα! Με λιγότερη δυστυχία...




Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Οι στιγμές μας


Βουβάθηκε το σπίτι.

'Επαψε να δηλώνει, τη Μεγάλη Γιορτή.

Δεν φλυαρεί πια, με τα στολίδια και τα λαμπιόνια του...

Το δέντρο κουλούριασε τα κλαδιά  γύρω από τον κορμό του, στριμώχτηκε μέσα στην

κούτα και πήρε τον δρόμο για την αποθήκη.


Η άδεια τέλειωσε κι επέστρεψα στη δουλειά ξεκούραστη, γεμάτη εικόνες από τις

προηγούμενες μέρες.

Εικόνες και μελωδίες, από τη συναυλία των Χριστουγέννων...








Εικόνες  από τη βόλτα μας  στο "Δάσος των ξωτικών", ένα  πρωινό με χειμωνιάτικη

λιακάδα...












Εικόνες, από τα μαγειρέματα και τα γιορτινά φουρνίσματα...








Εικόνες από στιγμές χαλάρωσης, με χουζούρι,  μουσική, παιχνίδι, ταινίες και

μικρές δημιουργίες για δώρισμα...












Δεν υπήρξαν εξορμήσεις κι εκδρομές...

Δεν υπήρξαν ακριβά δώρα, κάτω από το δέντρο.

Δεν καταναλώσαμε, σαν να μην υπάρχει αύριο...

Χαρήκαμε το γιορτινό σπίτι  και τ΄ ανταμώματα με την οικογένεια και τους φίλους....

Και κάπως έτσι, γέμισαν οι μέρες μας με μικρές, ταπεινές και πολύτιμες στιγμές.



΄Ενα παγωμένο απόγευμα, αραδιάσαμε τις ξυλομπογιές πάνω στο τραπέζι, διαλέξαμε

ένα βιβλίο και ζωγραφίσαμε εικόνες από χριστουγεννιάτικα παραμύθια.

Η μικρή διάλεξε έναν χιονάνθρωπο, ίσως να τον πρόσεξες λίγο παραπάνω...

Εγώ διάλεξα έναν μάγο.

Με αυτή την εικόνα και τον μάγο που κρατάει το δώρο του, θέλω να σου ευχηθώ...





                                           "Το 2016, να σου δωρίσει ότι βαθιά επιθυμείς..."





                                                                                             
                                                                                                           "Αννιώ"