Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

ΠΡΩΙΝΟ


Ανοίγω τα μάτια, σηκώνομαι νωχελικά και κατευθύνομαι στο μπάνιο για τα απαραίτητα.

Πάλι στραβοζούληξε την οδοντόπαστα  η μικρή. Τελειώνει το σωληνάριο, να μην ξεχάσω

 να το προσθέσω στη λίστα με τα ψώνια.

Ρίχνω μια νυσταγμένη ματιά στο ρολόι. ΄Εξι παρά είκοσι.


Τα πόδια μου τραβούν για το κουζινάκι.

Σε κάθε βήμα, ο Κανέλλος δίπλα μου με την ουρά όρθια σαν κεραία, με ακολουθεί.

Το μυαλό ακόμη νυστάζει και οι κινήσεις γίνονται  σχεδόν ακούσια, σαν να μην

υπάρχουν εντολές. Αυτόματα ανοίγω το ντουλάπι, γεμίζω με νερό το μπρίκι και κατεβάζω

τα βάζα της ζάχαρης και του καφέ. Μία γεμάτη καφέ και δύο κοφτές ζάχαρη.

Αφήνω το νερό να ζεσταθεί και πηγαίνω στην πόρτα της.


Κοιμάται βαθιά. Στο πρόσωπό της, η γαλήνια έκφραση του ύπνου, ανάσα ατάραχη και

σκεπάσματα μαζεμένα στη γωνία.

Την σκεπάζω, κάτι μουρμουρίζει σαν να μου λέει σ΄αγαπώ,αλλάζει πλευρό.

Φεύγω νυχοπατώντας, μ΄ακολουθεί ο Κανέλλος.


Γυρίζω στο κουζινάκι κι ανακατεύω το μίγμα  στην κούπα μου αθόρυβα.

Προσθέτω το νερό ενώ ο Κανέλλος έχει ξαπλώσει στα πόδια μου και  κάνει νάζια

γουργουρίζοντας. ΄Ελα! του ψιθυρίζω και τρέχει πρώτος στο πιάτο του.

Του βάζω τροφή και με λαχτάρα γυρίζω στην  αχνιστή κούπα μου.


Τ΄ αρώματα του καφέ με αγκαλιάζουν, καταπίνω μια - δυο γουλιές με ευλάβεια και τραβώ

την κουρτίνα για να βλέπω έξω. Σχεδόν σκοτάδι ακόμη.

Τα φώτα στους δρόμους δεν έχουν κλείσει.

Ο ουρανός βαμμένος μ΄ ένα σκοτεινό γαλάζιο.

΄Ενα αηδόνι τραγουδά.


Στρίβω το πρώτο τσιγάρο και οι σκέψεις στο κεφάλι μου, μπερδεύονται με τις εικόνες

από το τελευταίο όνειρο.


*Να μην ξεχάσω να γράψω την οδοντόκρεμα.


*Μα πως στο καλό ήρθε ο Σάκης στον ύπνο μου? ΄Εχω να τον δω, τόσα χρόνια...

Και πως είναι δυνατόν να ήταν μαζί με την κυρία Κούλα, τη φίλη της μαμάς μου?

 Ήμουνα λέει κρυωμένη και μου βάζανε βεντούζες... Κοίτα να δεις παραστάσεις  και

σκηνικά που στήνει το μυαλό...


*Να βγάλω 4 αβγά από το ψυγείο.

 Θα φτιάξω κέικ αργότερα, να΄ χει να παίρνει στο σχολείο.


*Τι να έγινε χθες με το νομοσχέδιο? Πέρασε?



Ο καφές στη μέση της κούπας και τα φώτα της πόλης έχουν κλείσει.

΄Ενα γαλακτερό φως στον ουρανό και τα πρώτα φτερουγίσματα είναι από χελιδόνια.

Σε λίγο θα πιάσουν τη φλυαρία τα σπουργίτια και θα΄ρθουν στα κλαδιά της μηλιάς.

Είναι η ώρα τους. ΄Εχουν μάθει, πως τους φυλάω ψιχουλάκια.

Μια φέτα από το χθεσινό ψωμί τρίβεται στα δάχτυλά μου και φιλεύω  τα πουλιά.

Χαζεύω τις κάθετες πτήσεις τους.

Αρπάζουν τις μπουκίτσες και απομακρύνονται για να φάνε.

΄Επειτα επιστρέφουν στη μηλιά, με κοιτούν κατάματα και τιτιβίζουν δυνατά.

Κι είναι σαν, να μου φωνάζουν σ΄ αγαπώ.


Στρίβω δεύτερο τσιγάρο.

Σαν να ξύπνησε το μυαλό κι οι σκέψεις έρχονται με ραγδαίους ρυθμούς.

Τώρα  είναι κοφτές. ΄Εχουν τελείες. Μερικές φορές σκληρές.

Το "φάγανε λάχανο" το ανερμήνευτο όνειρο, οι απόλυτα προσγειωμένες σκέψεις...


Κοιτάζω το ρολόι. ΄Εξι και τέταρτο.

Μια στερνή γουλιά στην κούπα μου, απολαυστική όσο κι η πρώτη.

Ο Κανέλλος έχει επιστρέψει από το γεύμα και παίρνει το μπάνιο του.

Γλύφει μ΄επιμονή τα μπροστινά ποδαράκια του και καθαρίζει μουσούδα, μάτια κι αυτιά.

 ΄Επειτα με κοιτάζει, βλεφαρίζει και νιαουρίζει...σαν να μου λέει σ΄ αγαπώ.

Τον χαϊδεύω, του λέω γλυκόλογα και του δίνω ένα φτερό να παίξει.

Θα προτιμούσε μια ξύλινη χάντρα που έχει πιο πολύ πλάκα, αλλά τέτοια ώρα μόνο φτερό

μπορεί να έχει.


Βάζω την κούπα μου στην άκρη και σηκώνομαι.

Από κάπου πρέπει να ξεκινήσω...Να τελειώνουν οι δουλειές..

Σημειώνω στη λίστα την οδοντόπαστα.

Μπουκώνω το πλυντήριο με σκούρα.

Βγάζω τ΄ αβγά από το ψυγείο.

Τινάζω και μαζεύω τα σκεπάσματα.

Ξεχωρίζω το χαρτί και το πλαστικό για την ανακύκλωση. Γέμισε πλαστικό η ζωή μας...

Ανοίγω τον υπολογιστή.

Πρέπει να δω τι χαρτομάνι πρέπει να μαζέψω στ΄ όνομα του ΟΑΕΔ για να μου βγάλει

κάρτα ανεργίας.


΄Εξω η μέρα, φώτισε..

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, χαϊδεύουν τα μάγουλα της κερασιάς.

Τα πουλιά ξεσηκώνουν με τις φωνές τους και στο βάθος ακούγονται οι πρώτοι ήχοι της

πόλης που ακόμη χασμουριέται.

Στον ουρανό τα σύννεφα παίζουν κυνηγητό.

 Ίσως βρέξει αργότερα... Να προλάβω, ν΄απλώσω τα ρούχα.

Βλέπω γύρω μου, όλα τα πράσινα της γης και στα ρουθούνια μου φτάνουν αρώματα από

αγριολούλουδα και νοτισμένο χώμα.

Γεμίζω τα πνευμόνια με μια γερή δόση από το φρέσκο αέρα...



Καλημέρα κόσμε! Κι εγώ, σ΄ αγαπώ...
   




                                                                                                     




                                                                                                                           "Αννιώ"







Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Χρόνια Πολλά!







Εύχομαι του χρόνου, που πάλι θα γιορτάζουμε την Ανάστασή Του, 

να είμαστε όλοι λίγο πιο γελαστοί  και περισσότερο ελεύθεροι...

Εύχομαι η ψυχή μας, που καθημερινά μαυρίζει από αγωνίες και  σκοτεινές σκέψεις,

 να΄ χει φυλάξει ένα ξέφωτο από το Φως Του και να μας δίνει ελπίδα.




                                                  Χριστός Ανέστη!

                                                Χρόνια Πολλά σε όλους!







                                                                                                                           "Αννιώ"